ευρύχωρος

ευρύχωρος
η , ο [ος , ον ]
1) широкий, просторный ευρύχωρον ένδυμα широкое платье; 2) обширный, вместительный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ευρύχωρος" в других словарях:

  • εὐρύχωρος — roomy masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρύχωρος — η, ο (ΑΜ εὐρύχωρος, ον) αυτός που έχει ευρύ χώρο, μεγάλη έκταση, ο εκτεταμένος αρχ. αυτός στον οποίο άνετα χωράει κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ * + χωρος (< χώρος), πρβλ. απλό χωρος, στενό χωρος] …   Dictionary of Greek

  • ευρύχωρος — η, ο αυτός που έχει άνεση χώρου, απλωμένος, άνετος (αντίθ. στενόχωρος) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐρυχωρῆ — εὐρύχωρος roomy neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐρύχωρος roomy masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐρύχωρος roomy masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυχωρέστερον — εὐρύχωρος roomy adverbial comp εὐρύχωρος roomy masc acc comp sg εὐρύχωρος roomy neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυχωρότερον — εὐρύχωρος roomy adverbial comp εὐρύχωρος roomy masc acc comp sg εὐρύχωρος roomy neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυχωρεστέραις — εὐρύχωρος roomy fem dat comp pl εὐρυχωρεστέρᾱͅς , εὐρύχωρος roomy fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυχωροτέραις — εὐρύχωρος roomy fem dat comp pl εὐρυχωροτέρᾱͅς , εὐρύχωρος roomy fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυχωρές — εὐρύχωρος roomy masc/fem voc sg εὐρύχωρος roomy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυχωρότατον — εὐρύχωρος roomy masc acc superl sg εὐρύχωρος roomy neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυχώρως — εὐρύχωρος roomy adverbial εὐρύχωρος roomy masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»